Η ανοχή που σκότωσε την κοινωνία

Ένα εξαιρετικό κείμενο του Ευάγριου Αληθινού που βρήκα χθες σε ένα τεύχος της εφημερίδας ‘Απατρις από τον Μάιο του 2010 

Jenny-Holzer1-480x330

 

«Διπλά στο καλάθι με τις βρώμικες επιθυμίες
ένα μικρό γιαπωνέζικο τρανζίστορ
μεταδίδει την τελευταία μεγάλη επιτυχία:
“…Δεν χρειάζομαι δεσμοφύλακες, έχω ψυχαγωγία.”»

(Δευτέρα Μεσημέρι)

Πριν δύο μήνες, οι εργαζόμενοι σ’ ένα μεγάλο κατάστημα του Ηρακλείου με δεκατρία άτομα προσωπικό, βρέθηκαν  αντιμέτωποι με την εργοδοσία τους, όταν η τελευταία τους ανήγγειλε ότι θα  τους επιβάλει  υποχρεωτική μείωση των ωρών εργασίας τους (με τις ανάλογες μειώσεις  σε μισθό και ασφάλιση) και αν δεν δέχονταν τον εκβιασμό θα προχωρούσε σε απολύσεις. Οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι (με μέσο μισθό 900 ευρώ το μήνα) βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Μπορεί να γνώριζαν τι προτάσσει η τελευταία λέξη της μόδας, ποια είναι τα πιο «ιν» κλάμπ και μπάρ της πόλης, τα πιο γκλαμουράτα νησιά διακοπών, τι γίνεται κάθε μέρα στις ποδοσφαιρικές ομάδες, ποια είναι τα πιο ακριβά μοντέλα αυτοκινήτων και γενικότερα όλα όσα αφορούν τα καταναλωτικά πρότυπα, είχαν όμως παντελή άγνοια των εργασιακών και συνδικαλιστικών τους δικαιωμάτων. Δεν γνώριζαν καν ότι μπορούν να κάνουν απεργία για να προστατέψουν τα εργασιακά δικαιώματα τους  χωρίς να υποστούν τις συνέπιες μιας πιθανής απόλυσης ούτε μπορούσαν να σκεφτούν με ποιους τρόπους θα μπορούσαν να αντιδράσουν στις απειλές της εργοδοσίας.
Αυτή ακριβώς η άγνοια είναι ένα από τα  «προϊόντα» της συστηματικής απολιτικοποίησης του πληθυσμού που το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο  προώθησε τη τελευταία εικοσαετία και στη χώρα  που τη βάφτισαν Ελλάδα.

«Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;»

Για να κατανοήσουμε το πώς ένας λαός που τη δεκαετίες του ‘60 και του ‘70 κατέκλυζε τους δρόμους σε κάθε απεργιακή κινητοποίηση, με δυναμικές συγκρούσεις και συνεχείς διεκδικήσεις των δικαιωμάτων του, έφτασε να φαντασιώνεται ότι ο καθένας ατομικά είναι ένας μελλοντικός μικρός Κόκκαλης η όποιος άλλος ζάμπλουτος μεγαλοεπιχειρηματίας ή εισοδηματίας,  πρέπει να πάμε 25 χρόνια πίσω.
Το 1985, το ΠΑ.ΣΟ.Κ του Ανδρέα, είχε ήδη χειρουργήσει δραστικά τον κοινωνικό ιστό και κυρίως είχε δώσει την ευκαιρία σε πολλούς να αποκτήσουν τεράστια δύναμη χωρίς να έχουν ούτε την παιδεία ούτε τη διάθεση να την χειραγωγήσουν προς όφελος της κοινωνίας.
Είναι η εποχή που η πλήρης ανυπαρξία βάσεων στην κοινωνία, απελευθερώνει δυναμικά προς την επιφάνεια τις χυδαιότερες τάσεις που θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Είναι η εποχή στην οποία ο έντυπος εμετός της «Αυριανής» του Κουρή επιβραβεύεται πανηγυρικά από τον «λαό», με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία καθημερινής εφημερίδας σε πανελλήνια κλίμακα: 243.534 φύλλα την ημέρα !
Η αναγνώριση της μάλιστα δια στόματος Ανδρέα Παπανδρέου ως της εφημερίδας που αυτή…στηρίζει το κίνημα ήταν ενδεικτική.
Η Ελλάδα είχε πάρει τη μορφή ενός γιγάντιου καζανιού στο οποίο μέσα πετάγονταν και ανακατεύονταν τα πλέον ετερόκλητα υλικά για να μαγειρευτεί το απίθανο υλικό του μέλλοντος της. Η Αυριανή και ο «Αυριανισμός» ήταν μόνο ένα από τα πολλά συστατικά. Ο Κοσκωτάς, ο Τόμπρας, οι χρηματισμοί, οι εξαγορές συνειδήσεων, οι κατασκευές ενόχων για τρομοκρατία μερικά ακόμη. Η Ελλάδα του τσιφτετελιού, με τις πίστες και τα «μωρά» τους που χόρευαν στις μπάρες ηδονικά, ο υπουργός Γιαννόπουλος που βάφτιζε τα σκυλάδικα «πολιτιστικά ιδρύματα», το περιοδικό ΚΛΙΚ του Κωστόπουλου και το Life Style που επιτακτικά προωθούσε.  Η καθιέρωση της μαγκιάς και των κολλητών ξύπνιων, οι χιλιάδες επί χιλιάδων διορισμοί στο Δημόσιο με κομματικά κριτήρια, όλοι αυτοί οι καβαλημένοι δικτατορίσκοι πίσω από τα γραφεία της κάθε Κρατικής Υπηρεσίας. Η επέλαση των αμόρφωτων κάφρων σε όλα τα επίπεδα της Δημόσιας ζωής, η δικτατορία του χαβαλέ και ο καθεστωτικός σαρκασμός προς κάποιους ανθρώπους του πνεύματος [1]  κατέστρεψαν κάθε είδους αντιστάσεις.
Το νεοελληνικό όνειρο πια είναι Αρμάνι, Γκούτσι, Φιλιππινέζα, πούρο, μπουζούκια, BMW. Έγιναν όλα αυτά τα χρόνια, πάρα πολλά και έγιναν ταυτόχρονα.
Περισσότερα από όσα προλαβαίνει να αφομοιώσει η συνείδηση και να βγάλει δέκα συμπεράσματα της προκοπής.
Από τη μια οι «φυλές της Μυκόνου» και τα νεοεμφανιζόμενα «τζάκια».
Διάφοροι απίθανοι άνθρωποι που «έπεφταν με το αλεξίπτωτο» και διαχειριζόντουσαν απίστευτα χρήματα που κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πως και που τα είχαν βρει. Και για να κάνω ένα άλμα στο χρόνο, φτάσαμε στην Ελλάδα των απέραντων ηδονών της δεκαετίας του 2000. Όταν ξαφνικά χιλιάδες επί χιλιάδων νεοέλληνες έγιναν…παίκτες του χρηματιστήριου. Όταν ξαφνικά, τα νησιά των διακοπών μας, γέμισαν με τρελαμένους τύπους που φορώντας το μαγιό και την πλαστική σαγιονάρα περιφέρονταν επιδεικτικά με τα κινητά κολλημένα στα αυτιά φωνάζοντας τις λέξεις-κλειδιά της ευτυχίας: «Πούλα! Αγόρασε!».
Στο συλλογικό νεοελληνικό φαντασιακό εμφυτεύθηκε και εντέλει δέσποσε η ιδέα του Ευρωπαίου ,η ιδέα αυτού που «εκσυγχρονίζεται» και ξεφεύγει από τη βαλκανική μιζέρια, που απογειώνεται στους ουρανούς της αφθονίας , της νιρβάνας του Τζώννυ Γουώκερ, του αμαξιού με τις αλουμινένιες ζάντες , της πασοκοβλαχοκίτς αισθητικής , του κομματικού μαχαλόμαγκα. Παράλληλα «εκσυγχρονίστηκε» και το κριτήριο επιλογής της πολιτικής παράταξης και «ιδεολογίας» που ψήφιζε.
Στη συνείδηση του πελάτη-ψηφοφόρου προεξάρχουν πια όχι οι ιδέες, αλλά  κριτήρια επιλογής όπως η «κουμπαριά», η «τοπικιστική καταγωγή», το «οικογενειακό όνομα»,  η έλξη που ασκούν οι «προσωπικές συνήθειες» του ιδιωτικού βίου των υποψηφίων (χόμπι, οικογενειακή κατάσταση, στιλ συμπεριφοράς) και  η «εξωτερική εμφάνιση». Η πολιτική κρίση του, ισούται πλέον με την ανεύθυνη θέση των αποχαυνωμένων τηλεθεατών που επιδοκιμάζουν ή αποδοκιμάζουν καθισμένοι στο καναπέ τους, τις «μοντέλες» στα διάφορα τηλεοπτικά καλλιστεία και «τάλεντ σόου» που παρακολουθούν στους δέκτες τους.

«Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες. Η κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας και ταυτόχρονα η κυρίαρχη πνευματική της δύναμη»
(Κάρλ Μάρξ – Γερμανική Ιδεολογία)

Η αισθητικοποίηση της πολιτικής (που, κατά τον φιλόσοφο Walter Benjamin, συνιστά τον προπομπό του φασισμού) αντιστρατεύεται ευθέως τον πυρήνα της έλλογης πολιτικής σκέψης και κρίσης  των ατομικών και συλλογικών συμφερόντων, αφού υποκαθίσταται από τη «γοητεία της προσωπικότητας» και την επικοινωνιακή κατασκευή «δημοφιλών» ατόμων άνευ πολιτικού λόγου.
Η μετάλλαξη αυτή εξηγεί και τον αυξανόμενο αριθμό μελών των διαφόρων «ψυχαγωγικών ελίτ», όπως: «τηλεοπτικές περσόνες», τραγουδιστές, ηθοποιοί, αθλητές, που εκλέγονται ή θέτουν υποψηφιότητες στον πολιτικό στίβο.

Το μεγαλύτερο «βάρος» για το πλασάρισμα του συγκεκριμένου «προϊόντος», ανέλαβαν για λογαριασμό των πολιτικό-οικονομικών ελίτ οι «ειδικοί».
Ποιοι είναι αυτοί; Μα φυσικά τα ΜΜΕ. και οι κανίβαλοι-δημοσιογράφοι τους. Αυτοί οι κομπλεξικοί φασίστες και ημιμαθείς μπάτσοι της «ενημέρωσης», πιστοί στο δόγμα ότι: «είδηση είναι ότι συμφέρει τα αφεντικά μου». Ποτισμένοι με την αντίληψη : «ο λαουτζίκος πρέπει να καταλάβει ότι ο ίδιος είναι η κύρια αιτία της δυστυχίας του και πως οι φτωχοί είναι από το μυαλό τους φτωχοί», κάνουν το παν για να υιοθετηθεί αυτή η αντίληψη ακόμη και από τον ίδιο τον λεγόμενο λαουτζίκο.
Η απορρύθμιση του επικοινωνιακού πεδίου τη δεκαετία του ’90 στην Ελλάδα οδήγησε στην άνευ μέτρου πολιτισμική κυριαρχία της ιδιωτικής κυρίως τηλεόρασης, που ελέγχει άνω του 85% της συνολικής εθνικής τηλεθέασης (ενώ ακολούθησε και η δημόσια).
Η ραγδαία εξάπλωση της «ελεύθερης  ιδιωτικής  τηλεόρασης» ως το κυρίαρχο μέσο δημόσιας/μαζικής επικοινωνίας στηρίχθηκε στην παντελή απουσία από την ελληνική κοινωνία ενός φθηνού και ανέξοδου μέσου παροχής οικογενειακής ψυχαγωγίας. Η πολιτισμικά στερημένη μέση ελληνική οικογένεια (και κυρίως τα λαϊκά στρώματα και ευρείες μερίδες της μικροαστικής τάξης) «θαμπώθηκε» από την πανδαισία των συμβολικών κόσμων που παρελαύνουν εμπρός της με ένα απλό πάτημα του κουμπιού. Παράλληλα, αυτός ο «νέος θαυμαστός κόσμος» που ξεδιπλωνόταν μπροστά της συνιστούσε το κατάλληλο πολιτισμικό περιβάλλον για την εισαγωγή των νέων καταναλωτικών προτύπων που προωθούσε η καταναλωτική οικονομία και τη συνακόλουθη απενοχοποίηση της επιδειξιομανούς κατανάλωσης, στην οποία προσέφευγε το ανερχόμενο στρώμα των κρατικοδίαιτων νεόπλουτων και η νεο-σχηματιζόμενη αμοραλιστική αστική τάξη.

«Shopping Therapy»-Καταναλώνω, άρα υπάρχω!

Ο ατομικισμός, ο «ωχαδερφισμός» και η απαξίωση των συλλογικών αντιστάσεων, αποτελούν κύρια χαρακτηριστικά της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας. Η λογική του κέρδους και η εργασιακή αβεβαιότητα διαμορφώνουν ένα προφίλ ανθρώπου που «κοιτάει μόνο τη δουλειά» του. Ενός ανθρώπου χωρίς ευαισθησίες και οράματα, χωρίς ίχνος ζωτικότητας που κρύβει τις ανασφάλειές του στην «απόκτηση του αντικειμένου».
Η ευφορία που προκαλεί η απόκτηση ενός υλικού αγαθού, θυμίζει πολλές φορές τις γυάλινες χάντρες τις οποίες έπαιρναν οι ιθαγενείς του νέου κόσμου ως αντάλλαγμα της υποταγής τους.
Η παροχή άφθονων προϊόντων – όχι απαραίτητα αναγκαίων – έρχεται σαν ναρκωτικό στον ήδη αλλοτριωμένο σύγχρονο άνθρωπο.
Αυτός με την σειρά του, εγκλωβισμένος σε μια ψευδή πραγματικότητα ενός προβαλλόμενου “αμερικάνικου ονείρου” (που στηρίζεται στην υπερεκμετάλλευση και τον υπερδανεισμό) αδυνατεί να συνειδητοποιήσει το αντάλλαγμα της υποταγής του.
Η αδιαφορία για τις συλλογικές διαδικασίες και η αποχή από τα κοινά, έρχεται σαν συνέχεια αυτής της ιδιώτευσης. Το κράτος, απαλλαγμένο πλέον από την ανάγκη διατήρησης ενός «ευαισθητοποιημένου κοινωνικά» προσώπου, που χρησιμοποιούσε για να αποσπά συναίνεση στις επιλογές του, λειτουργεί  απροκάλυπτα με τη λογική επιχείρησης. Η συμβολή όλων χωρίς αντιδράσεις στην «πρόοδο» και την «ανάπτυξη» (τη μεγιστοποίηση δηλαδή των κερδών των αφεντικών) με την υπόσχεση/ ελπίδα ότι κάτι θα περισσέψει και για τους υπόλοιπους, αποτελεί  πλέον κύριο πρόταγμα.. Γραμμή τους η «κοινωνική συναίνεση» και η «εθνική ενότητα».
Οι κυρίαρχοι επιβραβεύουν τους εργαζόμενους-καταναλωτές με πιστωτικές κάρτες και τραπεζικά δάνεια «δια πάσαν επιθυμίαν σας» και οι τελευταίοι επιζητούν όλο και πιο πολύ αστυνόμευση και καταστολή σε όποιον δε «συμμορφώνεται» με τις επιταγές της κυριαρχίας  ώστε να κάνουν με ασφάλεια τις αγορές τους και να είναι όλοι ευτυχισμένοι στο safe European land.  Καταναλωτικά αγαθά εξαντλούνται σε χρόνο μηδέν και οι αφηνιασμένοι καταναλωτές πάντα διψούν να καταναλώσουν ένα καινούριο είδος και το ψάχνουν επιμελώς, ό,τι κι αν είναι αυτό: αγαθά, φίλοι, εμπειρίες.
Κάθε σταθμός της οικονομικής ανάπτυξης όμως στάζει αίμα χυμένο από τους αγώνες για καλύτερες συνθήκες ζωής και εργασίας, που τελικά με την  παραίτηση μας από αυτούς κατέληξαν στον εκσυγχρονισμό της δουλείας και στη σκλαβιά των αντικειμένων, εφόσον οι αγώνες δεν συνεχίστηκαν ώστε να ανατρέψουν και να εξαφανίσουν ολοκληρωτικά το σάπιο υπάρχων καπιταλιστικό σύστημα. Η σημερινή πραγματικότητα δείχνει ότι οι αγώνες χειραφέτησης υπάκουσαν σε μια «αναγκαιότητα», αυτή της εμπορευματικής επέκτασης. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι αγωνίζονταν για δικαιοσύνη, ισότητα, ελευθερία, αλλά αφήνοντας ανέγγιχτη την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων στην πραγματικότητα αγωνίζονταν για τον εμπορευματικό επεκτατισμό, για την επώδυνη γέννα μιας νέας εμπορευματικής μορφής. Οι νίκες τους ήταν τελικά νίκες του εμπορεύματος.

« Στη χώρα του “Εγώ”, πολλά “Εμείς” γυρεύω»

Πρέπει να ψάξουμε για την πραγματική αιτία, για να εξακριβώσουμε τον τεράστιο μετασχηματισμό στην καθημερινή ζωή, μέσα στην οποία αυτή η αποπολιτικοποίηση είναι πλέον  εγγεγραμμένη και βιωματική. Tα κοινωνικο-πολιτικά ενδιαφέροντα του σημερινού ανθρώπου αντικαθίστανται από τα προσωπικά ναρκισσιστικά ενδιαφέροντα, αφού ο ναρκισσισμός είναι το προσδιοριστικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης κοινωνίας  και έτσι γίνονται εφικτά σύμφωνα με την «επιθυμία του καθενός», κομίζοντας οικονομικά οφέλη και εξουσία.
Μέσω του καταναλωτικού καπιταλισμού το αστείρευτο πάθος για γνώση και ελευθερία υποτάσσεται στο μανιώδες πάθος για απόκτηση και φετιχοποίηση των εμπορευμάτων. Λέξεις όπως παγκοσμιοποίηση, διακυβέρνηση, εκσυγχρονισμός, απασχολησιμότητα, νέα οικονομία, μηδενική ανοχή, αξιοκρατία, υπευθυνότητα, ελαστικότητα, πολυπολυτισμικότητα, κ.λ.π. άρχισαν να διαχέονται στο καθημερινό λεξιλόγιο, ενώ την ίδια στιγμή ενοχλητικές λέξεις όπως καπιταλισμός, αγώνας, ταξικές διαφορές, ανισότητα, εκμετάλλευση, καταστολή και κυριαρχία άρχισαν να αποσύρονται διακριτικά με την ταυτόχρονη απόσυρση και των κατακτήσεων των κοινωνικών αγώνων που πλέον απαξιώνονται σαν αναχρονιστικοί και ενάντια στη πρόοδο. Η οργάνωση της  εργασίας σήμερα  έχει καταστρέψει το συλλογικό και τη συνεργασία. Μόνο όταν υπάρχει συλλογικό πνεύμα μπορούμε να συζητήσουμε για το τι είναι αποδεκτό και τι όχι. Να κρίνουμε τι είναι σωστό και τι άδικο και τελικά να συνδιαμορφώσουμε λογικούς συμβιβασμούς ανάμεσα στην ποιότητα και την ποσότητα.Όμως, στις επιχειρήσεις όπου εργαζόμενοι αυτοκτονούν[2], δεν υπάρχει κάποια άξια λόγου έννοια του συλλογικού. Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, ούτε ειλικρίνεια ανάμεσα στους συναδέλφους, δεν υπάρχει συνεργασία, ούτε αλληλεγγύη. Το -δουλεύω και ζω μαζί- έχει αφήσει τη θέση του στη μοναξιά του καθενός και στο φόβο.
Έχει πιάσει τόπο η προπαγάνδα τα τελευταία χρόνια, ο πρώτος εχθρός του λαού είναι ο λαός. Ο διπλανός, αν παίρνει ένα ευρώ παραπάνω είναι το λαμόγιο που τα καταφέρνει γιατί έχει τις «άκρες», η είναι ρουφιάνος και βολεμένος. Ναι, μια χώρα  σήμερα πτωχεύει , περισσότερο οδυνηρή όμως είναι η πνευματική πτώχευση που προηγήθηκε.

Ο άνθρωπος που δε κινείται δεν αντιλαμβάνεται τις αλυσίδες του.

Οι εποχές που έρχονται είναι εξαιρετικά άγριες. Δεν είναι λίγοι αυτοί που βλέπουν ένα «μακρύ χειμώνα» για την ανθρωπότητα, τον χειμώνα της Κρίσης του Καπιταλισμού. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα όμως, δεν είναι απλά το προϊόν της Παγκόσμιας Κρίσης του Καπιταλισμού. Αυτή, ίσως και να είναι ευλογία κατά κάποιο τρόπο, γιατί στάθηκε η αφορμή για να φανούν με τραγικό τρόπο οι αναπηρίες του τόπου μας.
Όταν  συλλαμβάνεται ένας Μάριος Ζ. ως…τρομοκράτης και ένα μπουκάλι σαμπουάν υποδεικνύεται ως βόμβα μολότοφ ή όταν οι μπατσοδημοσιογράφοι κανιβαλίζουν χωρίς αιδώ βαφτίζοντας αγωνιστές ως τρομοκράτες, παρουσιάζοντας  σαν «πειστήρια»  ενοχής τους το περιεχόμενο των βιβλιοθηκών τους και ταυτόχρονα ασελγούν στο νεκρό κορμί ενός 15χρονου μετανάστη με τερατώδη εμετικά ψέματα ενώ την ίδια ώρα κυκλοφορεί ελεύθερος π.χ. ο Μάκης Ψωμιάδης[3], τότε, ο μόνος δρόμος που χαράσσεται (ξανά) είναι αυτός του ανοικτού ολοκληρωτικού πολέμου εναντίον της Αυτοκρατορίας του χρήματος.
Πρέπει πια να γίνει όχι απλά μόνο κατανοητό, αλλά κτήμα μας ότι η γραμμή της πραγματικής ζωής περνά από τη ριζική καταστροφή των εμπορευματικών σχέσεων, την υποκειμενική αφθονία, την εξαφάνιση των οικονομικών ταξικών διαφορών, τον εμπρησμό των τραπεζών, το σαμποτάρισμα της οικονομίας και το τέλος του κράτους.
Όπως είχε γράψει και ο καλός σύντροφος Carpe Diem στο πρώτο φύλλο της  Άπατρις: «Ας  είμαστε Ρεαλιστές, αυτός ο πολιτισμός που τόσο κοπιάσατε να οικοδομήσετε καταστρέφει. Αφήνει πίσω του καμένη γη και καμένα μυαλά.  Γι΄αυτό και για χίλιους άλλους λόγους του αξίζει ένα θεαματικό τέλος. Ο Δεκέμβρης ήταν μόνο η αρχή… Δε θέλετε ισότητα; Πάρτε Χάος !».
‘Όλοι εσείς, τα πτώματα που αξιώνετε να μας κυβερνάτε, μάταια θα καυτηριάσετε τους «υποκινητές ταραχών» και θα θρηνήσετε υποκριτικά για μια βία που μονό η παρουσία σας τη γέννησε και  τη συντηρεί.

[1] Η  φυλλάδα-βόθρος  Αυριανή καλούσε το αναγνωστικό της κοινό να καταγγείλει οτιδήποτε γνωρίζει για την προσωπική ζωή του «κίναιδου Χατζιδάκι».
[2]Μόνο στο διάστημα 2008-2009 35 εργαζόμενοι αυτοκτόνησαν στη γαλλική εταιρεία τηλεπικοινωνιών France Telecom.
[3] Ο «Μάκαρος», (όπως τον αποκαλούν οι φίλοι του), ήταν πολύ καλός στις ντρίμπλες με την Αστυνομία και παρά το βεβαρημένο ποινικό μητρώο του προς το παρόν δεν έχει κοιμηθεί ούτε μία νύχτα στο στρώμα της φυλακής, παρ’ ότι το άθροισμα από τις καταδίκες του φθάνει συνολικά σε 17 χρόνια και δύο μήνες. Νεαρός ρασοφόρος κυκλοφορούσε μέσα στο ΕΑΤ/ΕΣΑ και κακοποιούσε μαζί με άλλους στρατονόμους τους πολιτικούς κρατουμένους…»
(εφ. Βήμα  19/1/2003)
Διαβάστε περισσότερα:
http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=148385&ct=5&dt=19/01/2003#ixzz0l1M8L6gn

*Για τη συγγραφή του κειμένου χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από τα κείμενα:
Jean-François Lyotard « Η κατάσταση της γνώσης στις αναπτυγμένες κοινωνίες»
Λώλα Ιωάννου «Προς μια δημοκρατία μετεμφυλιακού τύπου»
Ραούλ Βανεγκέμ «Η βίβλος των ηδονών»
Όπως επίσης και αποσπάσματα  από το κείμενο ενός συντρόφου που λόγω τεχνικού λάθους δε κρατήθηκε  το όνομα του. Ελπίζω να με συγχωρέσει για την αβλεψία της παράληψης  αν τύχει και διαβάσει το παρών άρθρο.

Ευάγριος Αληθινός

Advertisements

1 Comment

Filed under Uncategorized

One response to “Η ανοχή που σκότωσε την κοινωνία

  1. Pingback: crockorozistas

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s